Εκτύπωση
   
Λ   
Λαβίδα Κουτάλι
Λαβούρα Το τρομακτικό, κάτι αόριστο που προκαλεί φόβο
Λαγαρίζω Καθαρίζω, ξεπλένω τα ρούχα
Λαδ'κο Δοχείο λαδιού
Λαϊάζου Κάθομαι κάτω ακίνητος, λουφάζω
Λάιος
 Μαύρος
Λακάω Φεύγω, την κοπανάω
Λάκσα Πήρα δρόμο, έφυγα τρέχοντας
Λάλας
 Ο αδερφός
Λαμπόϋαλο 
 Το γυαλί της λάμπας πετρελαίου
Λαρώνου
 Ησυχάζω, σωπαίνω
Λαχαίνει Συμβαίνει στην τύχη
Λειτουργιά Το πρόσφορο
Λέσιο Ψοφίμι, μεταφορικά ο πολύ αδύνατος
Λεφούσι
 Πλήθος
Λιάδα Τύφλα στο μεθύσι
Λιανόματα 
 Κέρματα, λίγα χρήματα
Λιανοπαίδι Μικρό παιδί
Λιανούρια Μικρά παιδιά
Λιάτερο
 Αδύνατο, ισχνό
Λιγκιάζω Εχω λόξυγκα
Λιμάζω
 Πεινάω
Λιμπά Ορχεις, αμελέτητα
Λίμπα Βαθύ μεταλλικό πιάτο
Λισγαρ' Εργαλείο για σκάψιμο, μεταφορικά ο πολύ ψηλός και αδύνατος
Λ'κοσκισμένο
 Φαγωμένο από λύκο, Χρησιμοποιείται σαν επίθετο στα ζώα σε στιγμές αγανάκτησης
Λόβα Η βρώμα, Βρωμιά
Λογγά Χωράφι δίπλα σε ποτάμι
Λουβουδιά Κηπευτικό χόρτο
Λούμπα Λακκούβα με νερό
Λούρος Μακρύ και λεπτό ξύλο για το τίναγμα των ελιών, βελανιδιών κτλ.
Λούσκα Λούστηκα
Λούτα
 Αχτένιστη, απεριποίητη γυναίκα
Λ'τάρι Λεπτό σχοινί που δένουν τα ζώα
Λώϊδα Μπούκλα μαλλιών